Ο πρωθυπουργός παρακάθισε στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι με τους άστεγους της Αθήνας. Η κίνηση αυτή του Λουκά Παπαδήμου σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. «Ο Λουκάς Παπαδήμος υιοθετεί τους κανόνες που επιβάλλει η πολιτική επικοινωνία», «ο Λουκάς Παπαδήμος υποκριτικά, για τα μάτια του κόσμου πήγε να κάνει επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας», «ο Λουκάς Παπαδήμος τετ α τετ με τις επιπτώσεις της πολιτικής που υπηρετεί»… Από κάποιους άλλους, πάλι, η επιλογή αυτή του πρωθυπουργού αντιμετωπίστηκε με χιούμορ. Διάβασα στο twitter ένα καλό, που έλεγε ότι «αντί να κάνει ο Παπαδήμος το τραπέζι στους άστεγους, του το έκαναν αυτοί».
Όπως και να ‘χει, η κίνηση Παπαδήμου, υποκινούμενη από τις επιταγές του πολιτικού μάρκετινγκ ή μη, είχε έναν ισχυρό συμβολισμό. Η εικόνα ενός πρωθυπουργού ανάμεσα σε ανθρώπους που στερούνται του στοιχειώδους και αυτονόητου για τη συντριπτική πλειονότητα ημών αγαθού, που είναι η ασφάλεια ενός σπιτιού εξέπεμψε κατά τη γνώμη μου ένα ηχηρό μήνυμα και ανέδειξε ένα φαινόμενο που τείνει να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις.
Ο αριθμός των αστέγων στην περιοχή της Αττικής αγγίζει πλέον τις δεκαπέντε χιλιάδες. Σε αυτούς, όπως διάβασα τις προάλλες, συμπεριλαμβάνονται και άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να μην κατοικούν κάτω από γέφυρες και σε παγκάκια αλλά που έχασαν το σπίτι τους και υποχρεώνονται να μένουν περιστασιακά σε συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα ή ακόμη και στο αυτοκίνητό τους.
Τι να τα κάνεις όμως τα στατιστικά στοιχεία όταν η αλήθεια βρίσκεται καθημερινά δίπλα σου; Ποτέ πριν δεν έβλεπες γύρω σου τόσους ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια. Ποτέ στο παρελθόν δε σκόνταφτες πάνω σε τόσα «ανθρώπινα εμπόδια».
Δε χρησιμοποιώ τυχαία τον όρο αυτό. Τον συνάντησα πριν περίπου τρία χρόνια σε ένα πρωτοσέλιδο της αριστερής ιταλικής εφημερίδας Il Manifesto στο ταξίδι που είχα κάνει στη Ρώμη για να καλύψω τις εκλογές.
«Intralcio Umano» ήταν ο τίτλος και περιέγραφε μία επιχείρηση της αστυνομίας για την απομάκρυνση των αστέγων επειδή, λέει, αποτελούσαν κίνδυνο για τους πεζούς και τα αυτοκίνητα! Μου έκανε τρομακτική εντύπωση το θέμα. Όχι μόνο αυτή καθ’ αυτή η επιχείρηση της ιταλικής αστυνομίας, όσο και το γεγονός ότι αυτή γίνεται πρωτοσέλιδο σε μία εφημερίδα. Και μου έκανε τόση εντύπωση, που, μάλιστα, κράτησα το φύλλο και το έχω ως σήμερα στο αρχείο μου.
Πάντα στις περιπλανήσεις μου στο εξωτερικό άνοιγα τον ίδιο διάλογο με τον εαυτό μου, κάθε φορά που συναντούσα στο διάβα μου ψυχές τσουβαλιασμένες η μία δίπλα στην άλλη, μέσα σε sleeping bags, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, πεζοδρόμια και υπόγειες διαβάσεις. Παρέα συχνά με έναν ημίαιμο σκύλο να υποκαθιστά τη σιγουριά της δικής μας κλειδαριάς ασφαλείας. Στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Ρώμη, την Ουάσινγκτον…(Αυτό με το οποίο ήρθα αντιμέτωπη στην Ουάσινγκτον λίγο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το αφήνω καλύτερα για άλλο άρθρο).
Έλεγα από μέσα μου, «στην Ελλάδα δόξα τω Θεώ, αυτές τις εικόνες δεν τις βλέπεις». Και σε κάθε συζήτηση περί φτώχιας στη χώρα μας, πριν την επέλαση της οικονομικής κρίσης, είχα να λέω, ότι ο φτωχός της Ελλάδας διαφέρει από το φτωχό στο εξωτερικό. «Εκεί, ο φτωχός είναι αληθινά φτωχός», υποστήριζα. «Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμη, ευτυχώς, ισχυρός ο θεσμός της οικογένειας, υπάρχουν υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης, υπάρχει η ανθρωπιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, υπάρχουν και τα καφενεία και τα φθηνά ταβερνάκια που μπορούν να χαρίσουν μικρές, οικονομικές στιγμές διασκέδασης …»
Λίγη ώρα μετά την είσοδο του 2012 βρέθηκα στο κέντρο της Αθήνας κι έκανα μία ολιγόλεπτη στάση στη Σταδίου, στην πλατεία Κοραή. Μπροστά από την τράπεζα που βρίσκεται επί της οδού, ήταν αραδιασμένα μερικά ανθρώπινα σώματα, κουκουλωμένα με βρώμικες, άγριες κουβέρτες και «οχυρωμένα» από κάτι προχειροφτιαγμένα χαρτόνια, άμυνα στον αδυσώπητο βοριά και τις χαμηλές θερμοκρασίες. Ξάφνου, είδα να τους προσεγγίζουν τρία κορίτσια, 18-20 χρονών θα ήταν. Άφησαν δίπλα τους μία φουσκωμένη σακούλα, την οποία μόλις είχαν γεμίσει καλούδια από το περίπτερο δίπλα. Δεν τις πήραν χαμπάρι. Ούτε αυτές τους ξύπνησαν. Ήταν προφανές ότι το μόνο τους κίνητρο ήταν η χαρά που θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι ανοίγοντας τα μάτια τους την πρώτη αυγή του χρόνου. Η ολιγόλεπτη αίσθηση του Άγιου Βασίλη ή η έκπληξη της απροσδόκητης εμφάνισης ενός φύλακα άγγελου στο υπαίθριο «σπιτικό» τους.
Ίσως κατάλαβε ο περιπτεράς κι εμείς, που παρακολουθούσαμε κατασυγκινημένοι από το αυτοκίνητο μία από τις πιο έντονες σκηνές της χρονιάς που μόλις είχε ανατείλει. Λίγο περήφανοι, λίγο φορτισμένοι, λίγο ένοχοι για το πρωτοχρονιάτικο δείπνο που μόλις είχαμε απολαύσει.
Είπα μέσα μου, ότι αυτή η κοινωνία, παρά τις δοκιμασίες που περνά, διατηρεί ισχυρά αντανακλαστικά αλληλεγγύης. Μήπως αυτό δεν έδειξε και η ένθερμη υποστήριξη του κόσμου στην εκστρατεία του ΣΚΑΪ «Όλοι μαζί μπορούμε»; Εκατοντάδες τόνοι τροφίμων συγκεντρώθηκαν μέσα σε ελάχιστες μέρες από την προσφορά ανθρώπων που είχαν να δώσουν αλλά και ανθρώπων που δεν είχαν αλλά έδωσαν.
Επηρεασμένη, λοιπόν από αυτή την εικόνα, διάβαζα την κριτική που έγινε στο Λουκά Παπαδήμο για την επίσκεψή του στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι των αστέγων του δήμου Αθηναίων. Ειλικρινής ευαισθησία; Επικοινωνιακό πολιτικάντινο τρικ; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να απορρίψω την επιφυλακτικότητα όσων την κριτικάρουν. Ούτε μπορώ, όμως, να κλείσω τα μάτια στο γεγονός ότι ο πρωθυπουργός ήταν εκεί και υποσχέθηκε ότι θα λάβει μέτρα για να τους βοηθήσει. Φυσικά, αυτό που θα έχει σημασία στο τέλος, είναι το αν στην επόμενη επίσκεψή του, εφόσον αυτή υπάρξει, ο αριθμός αυτών των συνανθρώπων μας θα έχει μειωθεί. Η συνέχεια όμως πάντα έπεται της αρχής…